Your browser does not support JavaScript!

Είσοδος
   
background image background image background image
fulls

Λέρος

Η ανθρώπινη παρουσία στη Λέρο, σύμφωνα με τα ευρήματα γύρω από τους κόλπους του Παρθενίου και της Γούρνας,  ανάγεται στην Ύστερη Νεολιθική Εποχή (4η χιλιετία π.Χ.). Ο οικισμός της Κονταρίδας που ανακαλύφθηκε στον νότιο μυχό του κόλπου του Παρθενίου,  σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, αποτελεί  μια από τις λίγες ανθρώπινες εγκαταστάσεις της νεολιθικής περιόδου στα βόρεια Δωδεκάνησα  που εντοπίζονται έξω από σπήλαια. Στην περιοχή Δρυμώνα του κόλπου της Γούρνας βρέθηκαν οικιστικά κατάλοιπα από την  Ύστερη Νεολιθική  και την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Τα ευρήματα οψιανού από την Μήλο και το νησάκι Γυαλί που χρησίμευαν για την επιτόπια κατασκευή εργαλείων και αιχμών για βέλη,  μαρτυρούν το πολιτιστικό επίπεδο της εποχής εκείνης. Στο Παλαιόκαστρο του Ξηροκάμπου έχουν βρεθεί ίχνη από κυκλώπεια τείχη που τοποθετούνται χρονολογικά στη μυκηναϊκή  εποχή. 

 

Το όνομα Λέρος συναντάται  σε επίγραμμα του ποιητή Φωκυλίδη από την Μίλητο (6ος π.Χ. αιώνας) που διέσωσε ο Στράβωνας, και  αναφέρεται  με  σκωπτικό τρόπο  στα ήθη των κατοίκων του νησιού. «Και τόδε Φωκυλίδου: Λέριοι κακοί, οὐχ ὁ μὲν ὃς δ' οὔ, πάντες, πλὴν Προκλέους, καὶ Προκλέης Λέριος. διεβέβληντο γὰρ ὡς κακοήθεις ενθένδε ἄνθρωποι».Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Τερψιχόρη, 125) κατά τη περίοδο της ιωνικής επανάστασης (498 π.Χ.,) ο «λογοποιός» Εκαταίος συμβούλεψε τον τύραννο της Μιλήτου Αρισταγόρα να καταφύγει στη Λέρο και «τεῖχος οἰκοδομησάμενον ἡσυχίην ἄγειν» στην περίπτωση κατάληψης της Μιλήτου.  Η αναφορά «Mιλήσιοι εκ Λέρου» σε μια επιγραφή  φορολογικών καταλόγων της Αθήνας (454-453 π.Χ.), αποτελεί τη πρώτη μαρτυρία για την πολιτική εξάρτηση της Λέρου από την Μίλητο. Γνωρίζουμε επίσης ότι η Λέρος κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. εμφανιζόταν ως δήμος της Μιλήτου, και υπεύθυνος για την ασφάλεια του νησιού ήταν ένας αξιωματούχος που διοριζόταν από την πόλη αυτή της Ιωνίας. 

Οι οχυρώσεις στο Παρθένι και τον Ξηρόκαμπο που αποτελούν τα σημαντικότερα αρχαία μνημεία του νησιού, σύμφωνα με την αρχαιολογική έρευνα  φαίνεται να συνδέονται με τη προσπάθεια της Μιλήτου να περιφρουρήσει τη Λέρο από τις πειρατικές επιδρομές, και παράλληλα να διατηρεί  τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων. Το νησί ήταν το νοτιότερο από το νησιωτικό σύμπλεγμα,  το «Ιωνίας Άκρον», που ανήκε στη δικαιοδοσία της ιωνικής Μιλήτου. Μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, η Λέρος περιήλθε στην κυριαρχία των Σπαρτιατών. Ύστερα από την κατάληψη της Μιλήτου από τους Πέρσες, το νησί βρέθηκε κάτω από την περσική επιρροή. Η παρουσία των Μακεδόνων πιστοποιείται από επιγραφικές μαρτυρίες και τα νομίσματα που βρέθηκαν στο νησί.  Σε αυτούς αποδίδονταν η απελευθέρωση από τον περσικό ζυγό.  Το οικιστικό κέντρο του νησιού κατά την αρχαιότητα, όμως μαρτυρούν τα ευρήματα από διαφορετικές εποχές,  βρισκόταν στην περιοχή της Αγίας Μαρίνας, ανάμεσα στον Πλάτανο, την Αγία Βαρβάρα και το Μπούρτζι. Σημαντικές προσωπικότητες από την Λέρο κατά την αρχαιότητα  ήταν ο ιστορικός Φερεκύδης που μάλλον έζησε την 75η Oλυμπιάδα και ο ποιητής Δημόδοκος ή Δημόδικος (550 π.X).

 

Ρωμαιοκρατία-Παλαιοχριστιανική περίοδος

Η Λέρος κατά την εποχή της Ρωμαιοκρατίας ακολούθησε την τύχη των υπόλοιπων Δωδεκανήσων. Τη ρωμαϊκή παρουσία στο νησί πιστοποιούν κάποιες τοξοειδείς κατασκευές και τα υπολείμματα ο οικοδομικού υλικού από ένα υδραγωγείο. Η έλευση του χριστιανισμού στο νησί τοποθετείται μετά τον 3ο αιώνα, αφού σύμφωνα με την μαρτυρία του Αιλιανού στο νησί ακόμη λατρευόταν η  Άρτεμις. Όσον αφορά την θέση του νησιού στο διοικητικό σύστημα του Βυζαντίου, η Λέρος ανήκε στην Επαρχία των Νήσων (τέλος 3ου αιώνα – αρχές 7ου αιώνα). Η χριστιανική Λέρος ήταν οργανωμένη σε επισκοπή που υπαγόταν στην δικαιοδοσία του Μητροπολίτη της Ρόδου. Οι καταγεγραμμένες μαρτυρίες ομιλούν για τον επίσκοπο Λέρου Ιωάννη που συμμετείχε στην Ε’ Οικουμενική Σύνοδο (553). Τα δε αρχαιολογικά ευρήματα της παλαιοχριστιανικής εποχής πιστοποιούν ότι στο νησί αναπτύχθηκαν διάφοροι οικισμοί σε παράλιες θέσεις και στα εύφορα τμήματα της ενδοχώρας. Έχουν εντοπιστεί στο νησί πολλές παλαιοχριστιανικές βασιλικές  εκ των οποίων κάποιες διέθεταν πολύχρωμα ψηφιδωτά δάπεδα,  όπως ήταν οι βασιλικές των Αγίων Τεσσαρόκοντα και του «δημοτικού ξενώνα» στον κόλπο των Αλίνδων. Την ανάπτυξη που παρατηρείται στο νησί κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, διαδέχτηκε η εποχή των λεγόμενων «σκοτεινών αιώνων (7ος – 10ος αιώνας). Ονομάστηκαν έτσι εξαιτίας της έλλειψης επαρκών ιστορικών μαρτυριών και της απουσίας αρχαιολογικών ευρημάτων. Τους χρόνους εκείνους το Αιγαίο γνώρισε την αστάθεια και την καταστροφή των αραβικών πειρατικών επιδρομών που ανάγκασαν τους κατοίκους να αποτραβηχτούν στο εσωτερικό του νησιού και να χτίσουν κάστρα. Τα σημαντικότερα βυζαντινά «καστέλλια»  είναι το επιθαλάσσιο οχυρωμένο Μπούρτζι στην είσοδο του όρμου του Παντελίου, και το «Παλαιόκαστρο"  των Λεπίδων στον κόλπο του Ξηρόκαμπου στο νότιο άκρο της Λέρου.

Πολύτιμες πληροφορίες για την κοινωνική και οικονομική κατάσταση στη Λέρο από τον 11ο έως τον 13ο αιώνα μας παρέχουν έγγραφα από το αρχείο της μονής του Ιωάννου του Θεολόγου στη Πάτμο. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄Κομνηνός παραχώρησε το 1088 με χρυσόβουλο στον περίφημο ηγούμενο της μονής Χριστόδουλο εκτός των άλλων, και δύο μεγάλα μετόχια  στο Παρθένι και στα Τεμένια. Το μοναστήρι επίσης απέκτησε δικαιώματα σε ολόκληρο το Μπούρτζι. Παρά τις αντιδράσεις των κατοίκων του Κάστρου, αυτοί αναγκάστηκαν να μετοικίσουν  στα οχυρωμένα Λέπιδα. Το κάστρο στο Παντέλι διαθέτει τρείς περιβόλους  και πέντε εκκλησίες. Οι δυο περίβολοι παραχωρήθηκαν στη μονή της Πάτμου, ο δεύτερος μάλιστα με «πρόσταξη» της   Άννα Δαλασσηνής, της μητέρας του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού.  Την εποχή των Ιπποτών το κάστρο ενισχύθηκε και κατασκευάστηκε ο τρίτος περίβολος. Από το 1726 στο ερημωμένο κάστρο λειτουργούσε σχολή με δάσκαλο τον μοναχό Δαμασκηνό που έδωσε τον αγώνα της παιδείας με σκοπό το της πατρίδος βαθύ σκότος της βαρβαρότητας να διαλύσει». Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα λειτούργησε η σχολή η οποία διέθετε και πλούσια βιβλιοθήκη. Στο Κάστρο επίσης χτίστηκε στα τέλη του 17ου αιώνα η εκκλησία της Παναγίας με την θαυματουργή εικόνα, που αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα σπουδαιότερα ορθόδοξα προσκυνήματα του Αιγαίου.

 

Ιπποτοκρατία-Οθωμανική περίοδος

 

Οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη της Ρόδου κυριάρχησαν στη Λέρο από το 1309 μέχρι  το 1522. Κατά την ιπποτοκρατία  το νησί ανήκε διοικητικά στην preceptoria της Κω μαζί με τη  Κάλυμνο και τη Νίσυρο. Στο νησί την εποχή εκείνοι έκαναν στάση πολλοί προσκυνητές που κατευθύνονταν στους Αγίου Τόπους. Οι  δε καταγεγραμμένες μαρτυρίες τους αποτελούν  πηγή ιστορικής πληροφόρησης για τον νησί.   Ο πιο γνωστός «Καστελάνος» του νησιού την περίοδο εκείνη ήταν ο βενετσιάνος  Fantino Quirini (1431-1453). Οι Ιππότες από τα μέσα του 15ου αιώνα ως τις αρχές του 16ου αιώνα αντιστάθηκαν αποτελεσματικά στις πειρατικές επιθέσεις του οθωμανικού στόλου. Μετά την παράδοση το 1522 της Ρόδου από τους Ιωαννίτες στον  Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, ήρθε η σειρά της Λέρου  το 1524 να πέσει στα χέρια των Οθωμανών.

Η Τουρκοκρατία ξεκίνησε το 1532 στη Λέρο με την παραχώρηση σημαντικών προνομίων που εξασφάλιζαν την αυτοδιοίκηση του νησιού από τοπικούς άρχοντες που εκλέγονταν στην αρχή κάθε χρόνου από την κοινότητα των νησιωτών. Ο τοπικός Οθωμανός αξιωματούχος ήταν ο «σούμπασης» στον οποίο καταβάλλονταν ο ετήσιος κατ΄ αποκοπή φόρος  που ήταν γνωστός ως «μακτού». Από τον 18ο αιώνα η επικράτηση των Οθωμανών στο Αιγαίο οδήγησε τους κατοίκους του Κάστρου να κατοικίσουν έξω από αυτό και σταδιακά να δημιουργήσουν τους οικισμούς της Αγίας Μαρίνας και του Παντελιού. Η οικονομική άνθηση του νησιού που συνεχίστηκε και τον 19ο αιώνα αποτυπώνεται στην αύξηση του πληθυσμού. Παράλληλα στη Λέρο υπήρχε  έντονη  οικοδομική δραστηριότητα.  Πολλοί Λέριοι μετανάστευσαν τα χρόνια εκείνα, και η προκοπή τους στη ξενιτιά  αποτυπώνεται στις πλούσιες δωρεές που έκαναν για κοινωφελείς σκοπούς στο νησί τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ευεργεσίες της  «Λεριακής Αδελφότητας Καΐρου».

Νεότερη περίοδος

Το νησί της Λέρου γνώρισε ημέρες ελευθερίας κατά την Επανάσταση του 1821 με τους κατοίκους να συμμετέχουν ενεργά στον Αγώνα. Όμως η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (1832) που ρύθμισε τα σύνορα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, άφησε εκτός της επικράτειάς του τη Λέρο και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα. Η κατάληψη του νησιού στις 13 Μάιου 1912 από τους Ιταλούς σηματοδότησε την έναρξη της Ιταλοκρατίας που σημάδεψε καθοριστικά την φυσιογνωμία του νησιού. Πράγματι από το 1923 άρχισε στο φυσικά προστατευμένο λιμάνι στο Λακκί, η κατασκευή στα Λέπιδα μιας εκτεταμένης αεροναυτικής βάσης που σκόπευε να καταστεί στρατηγικά εφάμιλλη εκείνη της Μάλτας. Παράλληλα για την εγκατάσταση των εποίκων και των στρατιωτικών σχεδιάστηκε εξ αρχής  μια καινούρια πόλη που ονομάστηκε από τους Ιταλούς  Porto Lago. Το πολεοδομικό σχέδιο στηριζόταν στην κατασκευή μια μεγάλης παραλιακής λεωφόρου με επιβλητικά δημόσια κτίρια κατά μήκος της. Το κινηματοθέατρο, το ξενοδοχείο, το σχολείο, η πλατεία με το Κτίριο του Φασισμού, το νοσοκομείο, η εκκλησία, οι στρατώνες, τα «παλατσίνα» (κατοικίες) και κυρίως η κυκλική αγορά με τον πύργο του ρολογιού αποτελούν δείγματα μιας ιδιότυπης  αρχιτεκτονικής έκφρασης που εξέφραζε το  φασιστικό imperium.  Οι φασίστες του Μουσολίνι επεχείρησαν επίσης να εξιταλίσουν το νησί,  περιορίζοντας την ελληνική παιδεία και προσπαθώντας να ποδηγετήσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι εκλεγμένοι δημογέροντες της Λέρου αντικαταστάθηκαν το 1937 από τους διορισμένους podesta.

Τη  συνθηκολόγηση των ιταλικών δυνάμεων, το 1943, ακολούθησαν αμέσως μετά οι  αποβάσεις στη Λέρο Βρετανών στρατιωτών. Η αιφνιδιαστική κατάληψη της Ρόδου και της Κω  από τους Γερμανούς, συνεχίστηκε με σφοδρότατες αεροπορικές επιδρομές της Λέρου. Στο νησί τα αγγλικά στρατεύματα και οι Ιταλοί δέχτηκαν για 52 ημέρες αλλεπάλληλα κύματα αεροπορικών βομβαρδισμών που  κατέστρεψαν  πολεμικές εγκαταστάσεις,  βύθισαν βρετανικά πλοία και το ελληνικό αντιτορπιλικό «Βασίλισσα Όλγα» στο όρμο στο Λακκί (26-9-1943).  Οι πηγές κατέγραψαν τη ρίψη 1.096 τόνων βομβών  σε 984 αεροπορικές επιδρομές. Μετά την κατάληψη της Αστυπάλαιας στις 12 Νοεμβρίου 1943, οι Γερμανοί επιχείρησαν συντονισμένη απόβαση στο νησί. Ύστερα από λυσσώδεις μάχες οι Βρετανοί στις 16 του μηνός παραδόθηκαν στους εισβολείς. Τα δραματικά αυτά γεγονότα έμειναν στην ιστορία ως η «Μάχη της Λέρου». Ακολούθησε η κατάληψη της Λέρου στις 9 Μαΐου  1945 από τους Βρετανούς ύστερα από την ήττα του Γ’ Ράιχ. Το νησί τελικά μετά από δυο χρόνια ενσωματώθηκε μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελληνική Πολιτεία (7-3-1948).

Από τη δεκαετία του ’50 οι ανοιχτές πληγές του πολέμου ανάγκασαν πολλούς Λέριους  να πάρουν το πλοίο της ξενιτιάς. Το κράτος από τη μεριά του αξιοποίησε τα ιταλικά στρατιωτικά κτίρια στο Λακκί ιδρύοντας τις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές για τα παιδιά του αδελφοκτόνου Εμφυλίου Πολέμου. Λειτούργησαν από το 1949 μέχρι το 1963 παρέχοντας στα παιδιά τεχνική εκπαίδευση και φοίτηση στο σχολείο.  Ορόσημο όμως στη νεότερη ιστορία του νησιού αποτελεί η ίδρυση το 1957  σε εγκαταλειμμένα ιταλικά κτίρια του Ψυχιατρείου Λέρου,  που ονομάστηκε χαρακτηριστικά «Αποικία Ψυχοπαθών Λέρου». Στο ίδρυμα νοσηλεύονταν  2500 ασθενείς και απασχολούνταν περί τους 1800 υπαλλήλους που βρήκαν μια διέξοδο στην μεταπολεμική ανεργία που μάστιζε το νησί. Η χούντα των Συνταγματαρχών (1967-1974) εξόρισε πολιτικούς κρατούμενους στη Λέρο, στο  στρατόπεδο στο Παρθένι και στα παλιά ιταλικά κτίρια στον Αϊ Γιώργη στο Λακκί. Στο Παρθένι  ο εξόριστος ποιητής ο Γιάννης Ρίτσος λέγεται ότι εμπνεύστηκε τη συλλογή του «Δεκαοχτὼ  λιανοτράγουδα της  πικρής πατρίδας» (1973) που μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη.  

 

 

 

add
EU
Με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης
ESPA